επαλής

ἐπαλής, -ές (Α)
1. θερμός από τον ήλιο ή τη φωτιά, ευήλιος («ἐπαλέα λέσχην ὥρη χειμερίη», Ησίοδ.)
2. (κατά τη γνώμη άλλων παράγεται από το ἁλίζω = συναθροίζω και ερμηνεύουν: πλήρης, γεμάτος).
[ΕΤΥΜΟΛ. < επί + *άλεος, το ή αλέα «θερμότης, ηλιακή θερμότης»].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἐπαλέα — ἐπᾱλέα , ἐπαλής open to the sun neut nom/voc/acc pl (epic ionic) ἐπᾱλέα , ἐπαλής open to the sun masc/fem acc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.